αὐλοτρύπης

αὐλο-τρύπης [], ου, ,
A flute-borer, Stratt.3, Arist.Pr.919b7.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυλοτρύπης — αὐλοτρύπης, ο (Α) αυτός που τρυπά αυλούς …   Dictionary of Greek

  • αὐλοτρύπης — flute borer masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλοτρύπην — αὐλοτρύπης flute borer masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυλός — Πνευστό μουσικό όργανο αρχαιότατης προέλευσης. Αιγυπτιακές τοιχογραφίες μάς πληροφορούν ότι οι Αιγύπτιοι γνώριζαν τουλάχιστον τρία είδη α.: τους ευθύαυλους μιμ με επιστόμιο και πέντε οπές, τους πλαγίαυλους σέμπι, που παίζονταν περίπου όπως και τα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.